ΠΑΡΘΕΝΑ ΤΣΟΚΤΟΥΡΙΔΟΥ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ - ΛΑΟΓΡΑΦΟΣ
ΚΟΜΝΗΝΑ ΕΟΡΔΑΙΑΣ-Τ.Κ. 53070
ΚΙΝ.ΤΗΛ. 6972164193
ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ: progoniki.blogspot.com (ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ)
mail: progoniki@hotmail.gr
To άρθρο έχει γράψει η ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ, και συμπεριλαμβάνεται στη βραβευμένη ιστορική μελέτη ως λογοτεχνική προσέγγιση της κυρίας Τσοκτουρίδου (ΕΠΑΙΝΟΣ «ΝΑΝΑ ΚΟΝΤΟΥ» ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΣΜΥΡΝΑΙΩΝ – ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΑΣ ΤΣΟΚΤΟΥΡΙΔΟΥ)

Η ανάγκη γιγαντώνει την Μικρασιάτισσα
… «Η ανιστόρητη Μικρασιατική τραγωδία που έπληξε την Ελλάδα χτύπησε πολύπλευρα τη Μικρασιάτισσα. Έχασε την πατρίδα, την περιουσία. Πάνω απ’ όλα έχασε τον προστάτη της: το πιο αγαπημένο πρόσωπο. Ότι δεν έκαναν αιώνες ομαλής ζωής, συντελέστηκε ξαφνικά και απότομα. Άρπαξαν τον πατέρα, το σύζυγο, το γιο, τον αδελφό. Αν δεν τον σκότωσαν μπροστά της, τον έσυραν στα βάθη της Μικράς Ασίας. Έτσι η ανήλικη κόρη, η νεαρή σύζυγος, η ηλικιωμένη μάνα, έφτασε με την ξεριζωμένη οικογένεια κάπου στη μητέρα Ελλάδα. Ανυποψίαστη, άβγαλτη, απαράσκευη βρέθηκε απότομα στην πρώτη γραμμή. Καιρός δεν της δόθηκε τι να κάνει. Πώς να αρχίσει. Τι πρέπει, τι δεν πρέπει. Στην αναπάντεχη συμφορά, αυτή άρπαξε το τιμόνι.
Ο οδοστρωτήρας της προσφυγιάς, που ισοπέδωσε τα πάντα, κλόνισε τις παλιές αντιλήψεις για το θήλυ. Ένα - ένα τα οχυρά των προλήψεων, των δεισιδαιμονιών, των παραδόσεων γκρεμίζονται. Όλα, όλα έγιναν από ανάγκη. Η ανάγκη γέννησε την τόλμη, πολλαπλασίασε τις δυνάμεις, γιγάντωσε τη θέληση, ατσάλωσε την αντοχή, εξοστράκισε τις φοβίες. Η άπειρη κοπέλα, η ανειδίκευτη νοικοκυρά, αποκτά ικανότητες καταπληκτικές. Η ανάγκη βοήθησε στην χειραφέτηση. Αλήθεια, ποιος θα το πίστευε; Ο Μικρασιατικός σεισμός σκαπανέας ενός φεμινιστικού κινήματος. Ενός κινήματος, όμως, χωρίς απαιτήσεις και δικαιώματα. Κινήματος προσφοράς ηρωισμών σε όλους τους τομείς της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής.
Εκείνα τα χρόνια, σημειώστε πριν από το 1922, όλα τα κορίτσια μάθαιναν να πλέκουν, να γνέθουν, να κεντούν, να υφαίνουν το κιλίμι, το χαλί. Όλα αυτά τα μαθαίνανε για να ετοιμάσουνε την προίκα τους.
Κι όλα αυτά, στη λαίλαπα της προσφυγιάς, έγιναν επάγγελμα. Οι περισσότερες άρχισαν με το μεροκάματο. Όσες είχαν μικρά παιδιά και λίγα χρήματα πήραν μία πλεκτομηχανή ή έστησαν έναν αργαλειό στο σπίτι. Χρόνια και χρόνια δουλειάς και με βοηθούς αργότερα τα παιδιά τους, κατάφεραν πολλές κι άνοιξαν ένα μαγαζάκι, ένα εργαστήρι. Απ’ αυτά ξεκίνησαν τα εργοστάσια υφαντικής, της πλεκτικής και κυρίως τα εργοστάσια χαλιών, που τα πιο πολλά εξελίχθηκαν σε μεγάλες βιομηχανίες. Όλα τα είδη των χειροποίητων χαλιών της Ανατολής πλημμύρισαν την Ελλάδα. Αυτά οφείλονται στις Μικρασιάτισσες».
……………………………………………………………………….
Θυμούνται τα έργα των χεριών τους
«Μαζεμένες οι ξεριζωμένες γυναίκες τις Κυριακές στη γειτονιά, κυρίως οι ηλικιωμένες, γιατί οι νέες δεν είχαν καθόλου καιρό, καθώς λεν τα βάσανα τους, αναθυμούνται τις παλιές καλές μέρες εκεί, στα «χώματα τους».
-Που στα μέρη μας! Τι να πρωτοθυμηθείς και για ποιο να πρωτοκουβεντιάσεις; Τα υφαντά της Μαγνησίας; Οι απέθαντοι αλατζάδες του Καντίκιοϊ; Τα κρουστά πανιά, που όσο τα έπλενες, τόσο και σφίγγανε; λέει η κυρά Κατίνα.
-Εμ τα μεταξωτά της Προύσας; Όλα τα είδη κι όλα τα χρώματα. Που’ ναι οι χρυσοί μποχτσάδες, τα πεσκίρια, τα πεστεμάλια, κάνει η Καλή απ’ την Προύσα.
-Αχ εκείνα τα κεντήματα της Πέργαμος, Ζαρίφικα, μετακλίδικα. Σάστιζαν οι ξένοι με την ψιλοδουλειά και την τέχνη, αναστέναζε η Παρασκευούλα.
Χιλιάδες οι αργαλειοί στην Κασταμονή. Σεντάκι, καραβόπανο, τσίτια, φανέλες. Όλων των ειδών τα πανικά. Ανάρπαστα στην Ευρώπη και στην Ανατολή. Και το μαλλί της Άγκυρας, το τεφτίκι; Απαλό, αφράτο σα μετάξι. Ονομαστό σ’ Ανατολή και Δύση, σε όλη τη γη πρώτο.
-Αχ, άγιοι τόποι, πως σας χάσαμε…
-Ξεχάσαμε τα άγια άμφια της Πόλης και των νησιών της Προποντίδας. Λεπτοδουλεμένα με μάλαμα, ασήμι και μαργαριτάρια! Τα ονομαστά τσεμπέρια, τα σταμπωτά υφάσματα, τους μπασμάδες, τη μπιμπίλα, τους τσεβρέδες. Την αγγειοπλαστική του Τσανάκαλε. Την κεραμική της Κιουτάχειας…Δε λέει να σταματήσει η Σμαραγδή απ’ το Μαρμαρά.
-Και το ροδέλαιο της Αττάλειας; Πριν το δούμε, το άρπαε η Ευρώπη, καυχιέται η Ανατολίτισσα η Αντιόπη.
-Ολόκληρος ο νομός Ικονίου εργαστήρια, χιλιάδες αργαλειά. Ότι θες. Δίμιτο, αλατζά, σαντακρούτα, κουκουλάρικο, περκάλι, κάμποτο, αραχνοϋφαντα μεταξωτά. Κρουστόφαντα λινά και βαμβακερά. Τα ονομαστά γαλάζια σαλβάρια, οι κουβέρτες, τα χαλιά, λέει η Νάσαινα.
Τα πιο πολλά μέρη της Ανατολής βγάζανε χαλιά. Κάθε σπίτι και το αργαλειό του. Δεκάδες χαλιά, κιλίμια, σιτζαντέδες κάθε οικογένεια. Άσε το εμπόριο. Δεν πρόφταιναν να τα στέλνουν στη Σμύρνη κι απ’ εκεί ίσια στην Ευρώπη. Κι όλες νέες παραγγελίες. Το Ουσάκ, η Σπάρτη, το Γκιόρντες. Ο κάθε τόπος και το τσεσίτι του. Ολόπρωτα της Σεβάστειας. Αχ που’ στε ευλογημένα χώματα!»
Μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα
«Τώρα οι νοικοκυρές γίνανε παραδουλεύτρες, πλύστρες, υπηρέτριες, εργάτριες. Οι μωρομάνες, που δεν είχαν κανένα ν’ αφήσουν τα παιδιά τους, πήρανε μία σκάφη και ξενοπλένανε. Σταματημό δεν είχε αυτή η δουλειά. Ούτε οι σκάφες στεγνώνανε ούτε τα σκοινιά μένανε άδεια. Τα παπουδιασμένα χέρια σταματούσαν μόνο για ν’ αρπάξουν τα μωρά να τα μερώσουν με το βυζί τους. Να τρέξουν μάνι μάνι να ψωνίσουν, να μαγειρέψουν, να μπαλώσουν, να συγυρίσουν…» Ατέλειωτα είναι τα ονόματα αυτών που ζητούν δουλειά. Σχεδόν όλες γυναίκες: «… Δεσποινίδες πρόσφυγες τελειόφοιτοι της αμερικανικής σχολής γνωρίζοντες την ελληνικήν, αγγλικήν και εν μέρει την γαλλικήν, την δακτυολογραφίαν, με αρίστας συστάσεις ζητούν θέσιν…». «Δεσποινίς πρόσφυξ εκ Σμύρνης πιανίστρια ζητεί θέσιν εις σινεμά ή οικογένειαν παρά την οποίαν να διαμένει και να παραδίδει μαθήματα πιάνου ή και μαθήματα Ελληνικής, γαλλικής και Αγγλικής εις μικρά παιδιά…» Αυτά τα δημοσιεύματα μιλάνε εύγλωττα. Κι αυτό δείχνει πόσο ψηλά ήτανε το επίπεδο των γυναικών της αστικής τάξης της Σμύρνης, κυρίως. Κι αυτές ξεχύθηκαν για τη βιοπάλη.
Ο αγώνας της αγρότισσας στη νέα πατρίδα
Συνισταμένη μόχθων, θυσιών, πόνων είναι η μοίρα της ξεριζωμένης αγρότισσας. Αρχή και ξεκίνημα στη νέα πατρίδα, κάτω από το μηδέν. Άνυδροι τόποι, άγονη γη, αλμυρό υπέδαφος, ξερολιθιά, βαλτονέρια, απομακρυσμένες περιοχές. Ούτε φως, ούτε δρόμοι, ούτε νερό. Φυσικά ούτε σπίτι. Αυτός ήτανε ο κλήρος της. Κι αρχίζει τον πόλεμο με τη γη, με τα στοιχειά της φύσης, με τις αρρώστιες, με την πείνα. Αχάριστο κι αχόρταγο το χώμα ρουφάει τον ιδρώτα του κορμιού, το δάκρυ της ψυχής, το αίμα της καρδιάς. Για χρόνια καταβροχθίζει τη δύναμη, την υγεία, τα νιάτα.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια της πρόσφυγας αγρότισσας. Κάποτε μεγάλωσαν τα παιδιά. Η χαρά του άντρα γέμισε το σπίτι. Ήρθε η εποχή που το καλύβι έγινε σπίτι. Το αδύνατο φτωχικό χώμα, αφράτη καρπερή γη. Όπου με δυσκολία αγκομαχούσε να ζήσει μια αγριάδα, τώρα αμπέλια, περιβόλια, πλούσιες φυτείες καλύπτουν την έκταση. Χαρά ματιού η πράσινη ευλογία. Η αλήθεια ξεπέρασε το όνειρο. Καινούρια χωριά, κωμοπόλεις, πόλεις ξεπήδησαν με τα ονόματα της ιδιαίτερης πατρίδας των ξεριζωμένων. Το όνομα μαρτυράει την καταγωγή.
Η λέξη «Νέα», μπροστά, αναφέρεται στη δεύτερη πατρίδα, που γεννήθηκε από το μόχθο, την αυταπάρνηση, το πείσμα, τις αδιάλειπτες θυσίες.
Η γυναίκα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς ενταγμένη από τη μοίρα της συμφοράς των συμφορών πάλεψε, πολέμησε, νίκησε.


