Εγώ και η σκιά μου... (Μέρος 1ο)

AddThis Social Bookmark Button

Γράφει η Εύα Πετροπούλου - Λιανού

Δημοσιογράφος - Συγγραφέας

 

 

 

Ξαφνικά όλα όσα είχα ονειρευτεί, άρχισαν να ξεδιπλώνουν μπροστά μου.

Κατέβηκα από το λεωφορείο, που είχα ανέβει πριν από έξι ώρες περίπου. Ήμουν κιόλας στο Βάιτσεκ. Στο νοτιότερο χωριό του πλανήτη.

Ανάσανα κοντά στις χούφτες των χεριών μου, το κρύο ήταν τσουχτερό και τα δάχτυλα μου είχαν κοκαλώσει.

Ήμουν όμως τόσο χαρούμενος, το χωριό ήταν όπως το είχα αφήσει, όταν έφυγα με τους γονείς μου, στα έξι μου χρόνια. Τον θυμάμαι ακόμη να λέει :

-          «Πρέπει να φύγουμε. Να ζήσουμε μια καλύτερη ζωή, μακριά από αυτό το χωριό της μιζέριας».

Ποτέ δε κατάλαβα το γιατί, αλλά έτσι ήταν, ότι έλεγε ο πατέρας ήταν νόμος και φύγαμε…

Βλέποντας το πατρικό του πατέρα μου, να στέκεται εκεί ατάραχο, γερό στα γέλια και στις λύπες. Αιώνιο, όπως και οι αναμνήσεις των πρώτων παιδικών μου χρόνων.

Ανέβηκα το δρομάκι σχεδόν τρέχοντας…και όταν έφτασα εκεί κάτι με έκανε να σταματήσω απότομα.

Η συγκίνηση, ίσως. Νόμισα ότι άκουσα φωνές. Μυρωδικά κι αρώματα ευωδίαζαν σ όλο το γύρω χώρο. Πλησίασα κι άνοιξα την εξώπορτα. Οι αναμνήσεις με πλημμύρισαν, μέθυσα και λιποθύμησα από αυτό το σαγηνευτικό άρωμα της ύπαρξης των συγγενών μου, που βρισκόντουσαν σε κάποιο άλλο κόσμο. Παράλληλο αλλά και τόσο μακρινό.

Το επόμενο πρωί άνοιξα τα μάτια μου, ξύπνησα από τα όμορφα κελαηδίσματα των πουλιών. Ήμουν σ’ένα κρεβάτι και φορούσα τις όμορφες ζεστές βιολετί πιτζάμες μου.

Σηκώθηκα ταραγμένος :

-          Μα πως βρέθηκα εδώ ;

Ποιος  μου φόρεσε τις πιτζάμες μου;

Κατευθύνθηκα προς την εξώπορτα, ήθελα να ανασάνω, αισθανόμουν να πνίγομαι…

Ανοίγοντας την μεγάλη ξύλινη πόρτα καμωμένη από ξύλο καρυδιάς, οι αχτίδες του ήλιου σχεδόν με τύφλωσαν, ένα σπουργίτι πέταξε προς το μέρος μου, χαρούμενο και τότε…

-          Καλημέρα, είπε μια βαριά φωνή σχεδόν ψιθυριστά .

Δεν έβλεπα κανένα, κοίταξα δεξιά κι αριστερά, μα τίποτα.

-Είμαι εκεί που ποτέ δε πρόκειται να σκεφτείς  να κοιτάξεις, επανέλαβε η φωνή.

Μα που βρισκόταν ; Υπήρχε το αιώνιο τίποτα. Το σπουργίτι και ο ήλιος. Θα τρελαθώ, από που ακούγεται αυτή η φωνή;

-          Κοίτα ευθεία μπροστά σου, κάνε ένα βήμα δεξιά ή αριστερά ή απλά μείνε ακίνητος κι ανοιγόκλεισε το στόμα σου, κοιτάζοντας προς τα κάτω.

Ακολούθησα τις οδηγίες της φωνής και πήγα και στήθηκα μπροστά στον καθρέφτη, που βρισκόταν στο εσωτερικό της μοναδικής ντουλάπας του δωματίου μου .Δεν καταλάβαινα τίποτα. Όσο λοιπόν εγώ κινόμιουν , και το είδωλο μου κινιόταν, κατά το αντίθετο τρόπο. Σε μια στιγμή όμως το είδωλο μου άρχισε να κινείται ανεξέλεγκτα  και …τότε κατάλαβα κάτι παράξενο μα τόσο συνηθισμένο.

-          Μα αυτός που μιλάει, είμαι εγώ !

-          Εγώ, πως είναι δυνατόν; Να μιλάω, να με ακούω και το στόμα μου ταυτόχρονα να ανοιγοκλείνει εκεί κάτω, και να μου απαντάει .

-          Είναι, απάντησε η φωνή.

-          Είναι τόσο απλό, είμαι εσύ χωρίς να είμαι πραγματικά εσύ. Είμαι πολύ απλά η Σκιά σου.

 Έμεινα για αρκετή ώρα, χωρίς μιλιά, εξακολουθούσα να κάνω δεξιά – αριστερά και να ανοιγοκλείνω το στόμα μου, κουνούσα και τα δάχτυλα μου. Πράγματι η σκιά μου έκανε ακριβώς τα ίδια…

Μα κάποιες φορές , για να μου επιβεβαιώσει την αυτονομία της έκανε και μια κίνηση παραπάνω .

O ήλιος παρόλο που έριχνε τις ζεστές αχτίδες του στο χωριό, φυσούσε ένας παγωμένος αέρας και σιγά-σιγά χοντρές νιφάδες χιονιού άρχισαν να πέφτουν.

-          Αχ, αρχίζω να κρυώνω και να κουράζομαι, είπε η Σκιά μου.

Σταμάτα πια με αυτές τις ασκήσεις και πάμε μέσα, να ρίξουμε ξύλα στο τζάκι, να ανάψουμε φωτιά να ζεσταθούμε .

Την άκουγα σαν υπνωτισμένος και πήγα στο σαλόνι, άνοιξα τις κουρτίνες, η θέα του χιονιού μου θύμιζε τα παιδικά μου χρόνια,  έβαλα μερικά κούτσουρα στο τζάκι και το άναψα.

Το χιόνι συνέχισε να πέφτει. Ψυχή δε κυκλοφορούσε εκεί έξω. Ξαφνικά πλησίασα το παράθυρο και κοίταξα το τζάμι. Κοίταξα ακόμη πιο προσεχτικά κι αντιλήφθηκα ένα πρόσωπο να με κοιτάει, λίγο πιο μεγάλο από μένα σε ηλικία. Τρόμαξα κι απομακρύνθηκα!

-          Δε μπορεί να είμαι εγώ, ούτε εσύ να είμαι εσύ, μονολόγησα.

-          Είσαι στο Βάιτσεκ, φίλε.

Όλα είναι πιθανά στο χωριό μας, δεν έχεις ακούσει την ιστορία  μας.

Στο νοτιότερο χωριό του πλανήτη, στο Βάιτσεκ, οι άνθρωποι ζουν με τις σκιές τους. Απλά εγώ μεγάλωσα λίγο, περιμένοντας σε !

        Θυμάμαι αυτή την ιστορία, η προγιαγιά μου την έλεγε συνέχεια στο πατέρα μου, κι αυτός μας την επανέλαβε σε μένα και στον αδερφό μου.

Στο Βάιτσεκ οι άνθρωποι ζουν με τις σκιές τους μέχρι αυτοί να ολοκληρωθούν. Η Σκιά παίζει το ρόλο του δασκάλου, του καθοδηγητή και πάντα προστατεύει τον άνθρωπο από το κακό . Τον οδηγεί στον ίσιο δρόμο.

-          Μα νόμιζα ότι ήταν ένα παραμύθι για παιδιά, είπα στη Σκιά μου.

-          Όχι, δεν είναι, μου απάντησε εκείνη.

Δέξου το και πήγαινε να ετοιμαστείς. Έχεις πολλά να δεις, να ανακαλύψεις και να μάθεις. Η δουλειά μου τώρα αρχίζει.

-          Μα είμαι κιόλας τριάντα χρονών, παραπονέθηκα .

-          Ε και , «γηράσκω αεί διδασκόμενος» , δεν την ξέρεις την παροιμία.

Με αποστόμωσε και δεν είχα τίποτα άλλο καλύτερο να κάνω έτσι κι αλλιώς.  Αποφάσισα  να ακολουθήσω την εντολή της .

Φόρεσα το χοντρό μου σακάκι με την κουκούλα κι ακολούθησα την Σκιά μου. Τα πρώτα λεπτά, μου φάνηκαν κάπως παράξενα, αλλά σκεφτόμενος την ιστορία του Βάιτσεκ, παρατήρησα τους κατοίκους γύρω μου.

Οι πιο πολλοί μιλούσαν και χειρονομούσαν στον αέρα. Γελούσαν ή έκλαιγαν χωρίς να υπάρχει κάποιο γεγονός ορατό, που να προξενεί όλες αυτές τις αλλόκοτες συμπεριφορές

-Μιλάνε με τις Σκιές τους, μου εξήγησε με την πομπώδη φωνή της, η Σκιά μου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ


Το ονειρικό παραμύθι θα σας ταξιδέψει στον Ιανό , στις 21 Σεπτεμβρίου στις 17 μ.μ μαζί με μια νέα συγγραφέα , τη Μαρία Νικολοπούλου και ένα καταπληκτικό εμψυχωτή με διαδραστικό παιχνίδι και πολλές εκπλήξεις για τα παιδιά.
πληροφορίες στο εμαιλ
evvieparra@hotmail.com

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

  
 

 

 

 

 

 

 

"Είμαστε Γυναίκες στον Αέρα"!


Ads on: Special HTML

Ads on: Special HTML
Question Kit