Άλλωστε η Ζεραλντίν ποτέ δεν κατάλαβε τι τα έκανε η μαμά της τα τόσα καπέλα, αφού είχε μονάχα ένα κεφάλι;
Τέλος πάντων, κάποια στιγμή θα τη ρωτούσε, αλλά προς το παρόν είναι σίγουρη ότι θα γίνει όμορφη όπως η μαμά, και πως όταν μεγαλώσει θα πάει στο Μεγάλο Σχολείο και θα πάθει «κεραβονοβόλο έρωτα», όπως η μαμά…
Έτσι της είχε πει ο παππούς , ότι μετά «το κεραυνοβόλο»…ήρθε ο γάμος!
Και στη συνέχεια βέβαια ήρθε και η Ζεραλντίν στον κόσμο.
-«Έλα μικρή πριγκίπισσα ! Ξύπνα! Να το σπίτι , ξύπνα καλή μου Ζεραλντίν, φτάσαμε κιόλας στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς», είπε η κυρία Ζακλίν, καθώς το αυτοκίνητο έστριβε στο μικρό δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι των παππούδων της.
-«Αχ, κοιμήθηκα! Ναι φτάσαμε ,φτάσαμε !», φώναξε η Ζεραλντίν μόλις αντίκρισε το γνώριμο μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι των παππούδων της και κόλλησε το μουτράκι της στο τζάμι του αυτοκινήτου.
Η λίμνη εμφανίστηκε , μ’ ένα υπέροχο σμαραγδένιο χρώμα, ανάμεσα σε δυο ψηλά βουνά. Νόμιζε κανείς ότι στέκουν εκεί, σαν φρουροί αυτής της λίμνης, τόσο ήρεμα , τόσο μακριά από την ζωή της πόλης. Ένα όνειρο. Ένας άλλος κόσμος, όπου η Ζεραλντίν αισθανόταν όμορφα. Ήταν και ένιωθε ότι θα μπορούσε να μείνει για πάντα εκεί τόσο ευτυχισμένη.
Να, και το σπίτι. Ένα μεγάλο διώροφο σπίτι, μ’ ένα κήπο γεμάτο με τριανταφυλλιές, λογιών λογιών τριανταφυλλιές, κόκκινες, άσπρες, κίτρινες, ροζ αλλά και με τα αγαπημένα λιλά , τα γλυκά βιολετί λουλουδάκια , της γιαγιάς. Αχ, η γιαγιά, η αγαπημένη! Πόσο της έλειπε της Ζεραλντίν !
Η γιαγιά της Ζεραλντίν είχε φύγει για ένα μακρινό ταξίδι, στα αστέρια, έτσι της είχε πει είπε ο μπαμπάς της. Δεν θα τη ξανάβλεπε ποτέ πια , όμως ένιωθε ότι η γιαγιά ήταν πάντα κοντά της κι όταν ήθελε να της μιλήσει, κοίταζε τον ουρανό, τα αστέρια κι άρχισε να στέλνει φιλιά λέγοντας : «Σ’ αγαπώ πολύ γιαγιά !».
Τώρα αντικρίζοντας το σπίτι, ήταν σαν να έβλεπε πάλι τη γιαγιά με το τεράστιο ροζ καπέλο της, να κλαδεύει στον κήπο τις τριανταφυλλιές της.
«Αχ, αγαπημένη μου γιαγιά, να ήσουν εδώ τώρα να δεις πόσο έχουν μεγαλώσει τα όμορφα τριαντάφυλλα, έχουν ξεπεράσει το φράχτη…έτσι δεν είναι μαμά;» είπε η Ζεραλντίν ξεκολλώντας το πρόσωπό της από το τζάμι του αυτοκινήτου.
-«Ναι καλή μου, μεγάλωσαν τα τριαντάφυλλα της γιαγιάς», επανέλαβε η κυρία Ζακλίν σκουπίζοντας ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο της .
-«Να ο παππούς !» είπε η Ζεραλντίν άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, πριν καλά καλά σταματήσει ο πατέρας της . Έτρεξε προς την κατεύθυνση ενός μεγαλόσωμου, αν και αρκετά γερασμένου άντρα, που φάνηκε στον κήπο.
-«Παππού – μπουντούκι μου , παππού – μπουντούκι μου !»
-«Καλή μου φραουλίτσα, γλυκιά μου κοκκινομαλλούσα. Πόσο μεγάλωσες, τι καλά που σε ξαναβλέπω! Και σου έχω μια ετοιμάσει μια έκπληξη», είπε ο παππούς Λιονέλ, παίρνοντας τη μικρή Ζεραλντίν αγκαλιά. Μια μεγάλη αγκαλιά που την έκανε να αισθάνεται σαν ένα φύλλο, που ταξιδεύει στον άνεμο.
Απόσπαμα από το παραμύθι της Εύας Πετροπούλου - Λιανού

"Η Ζεραλντίν και το ξωτικό της Λίμνης" Εκδόσεις Έναστρον.
H ZΕΡΑΛΝΤΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΞΩΤΙΚΟ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΣΤΡΟΝ

Αντίθετα το γραφείο της μαμάς της έμοιαζε σαν μια μεγάλη παιδική χαρά , τουλάχιστον έτσι φάνταζε στα μάτια της Ζεραλντίν.Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι ροζ και τα έπιπλα ήταν κι αυτά πολύχρωμα . Το αγαπημένο έπιπλο της μικρής Ζεραλντίν ήταν το τραπεζάκι της αίθουσας αναμονής για τα ραντεβού , σε σχήμα μαργαρίτας .Εκεί καθόταν και καλούσε τις φανταστικές φίλες της για ένα τσάι με μπισκότα, και οργάνωναν τις πιο όμορφες γιορτές , με καλεσμένους ηθοποιούς και τραγουδιστές, όπου θα φορούσε τα πιο όμορφα ρούχα και καπέλα που είχε, όπως ακριβώς η μαμά της.
Άλλωστε η Ζεραλντίν ποτέ δεν κατάλαβε τι τα έκανε η μαμά της τα τόσα καπέλα, αφού είχε μονάχα ένα κεφάλι;
Τέλος πάντων, κάποια στιγμή θα τη ρωτούσε, αλλά προς το παρόν είναι σίγουρη ότι θα γίνει όμορφη όπως η μαμά, και πως όταν μεγαλώσει θα πάει στο Μεγάλο Σχολείο και θα πάθει «κεραβονοβόλο έρωτα», όπως η μαμά…
Έτσι της είχε πει ο παππούς , ότι μετά «το κεραυνοβόλο»…ήρθε ο γάμος!
Και στη συνέχεια βέβαια ήρθε και η Ζεραλντίν στον κόσμο.
-«Έλα μικρή πριγκίπισσα ! Ξύπνα! Να το σπίτι , ξύπνα καλή μου Ζεραλντίν, φτάσαμε κιόλας στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς», είπε η κυρία Ζακλίν, καθώς το αυτοκίνητο έστριβε στο μικρό δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι των παππούδων της.
-«Αχ, κοιμήθηκα! Ναι φτάσαμε ,φτάσαμε !», φώναξε η Ζεραλντίν μόλις αντίκρισε το γνώριμο μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι των παππούδων της και κόλλησε το μουτράκι της στο τζάμι του αυτοκινήτου.
Η λίμνη εμφανίστηκε , μ’ ένα υπέροχο σμαραγδένιο χρώμα, ανάμεσα σε δυο ψηλά βουνά. Νόμιζε κανείς ότι στέκουν εκεί, σαν φρουροί αυτής της λίμνης, τόσο ήρεμα , τόσο μακριά από την ζωή της πόλης. Ένα όνειρο. Ένας άλλος κόσμος, όπου η Ζεραλντίν αισθανόταν όμορφα. Ήταν και ένιωθε ότι θα μπορούσε να μείνει για πάντα εκεί τόσο ευτυχισμένη.
Να, και το σπίτι. Ένα μεγάλο διώροφο σπίτι, μ’ ένα κήπο γεμάτο με τριανταφυλλιές, λογιών λογιών τριανταφυλλιές, κόκκινες, άσπρες, κίτρινες, ροζ αλλά και με τα αγαπημένα λιλά , τα γλυκά βιολετί λουλουδάκια , της γιαγιάς. Αχ, η γιαγιά, η αγαπημένη! Πόσο της έλειπε της Ζεραλντίν !
Η γιαγιά της Ζεραλντίν είχε φύγει για ένα μακρινό ταξίδι, στα αστέρια, έτσι της είχε πει είπε ο μπαμπάς της. Δεν θα τη ξανάβλεπε ποτέ πια , όμως ένιωθε ότι η γιαγιά ήταν πάντα κοντά της κι όταν ήθελε να της μιλήσει, κοίταζε τον ουρανό, τα αστέρια κι άρχισε να στέλνει φιλιά λέγοντας : «Σ’ αγαπώ πολύ γιαγιά !».
Τώρα αντικρίζοντας το σπίτι, ήταν σαν να έβλεπε πάλι τη γιαγιά με το τεράστιο ροζ καπέλο της, να κλαδεύει στον κήπο τις τριανταφυλλιές της.
«Αχ, αγαπημένη μου γιαγιά, να ήσουν εδώ τώρα να δεις πόσο έχουν μεγαλώσει τα όμορφα τριαντάφυλλα, έχουν ξεπεράσει το φράχτη…έτσι δεν είναι μαμά;» είπε η Ζεραλντίν ξεκολλώντας το πρόσωπό της από το τζάμι του αυτοκινήτου.
-«Ναι καλή μου, μεγάλωσαν τα τριαντάφυλλα της γιαγιάς», επανέλαβε η κυρία Ζακλίν σκουπίζοντας ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο της .
-«Να ο παππούς !» είπε η Ζεραλντίν άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, πριν καλά καλά σταματήσει ο πατέρας της . Έτρεξε προς την κατεύθυνση ενός μεγαλόσωμου, αν και αρκετά γερασμένου άντρα, που φάνηκε στον κήπο.
-«Παππού – μπουντούκι μου , παππού – μπουντούκι μου !»
-«Καλή μου φραουλίτσα, γλυκιά μου κοκκινομαλλούσα. Πόσο μεγάλωσες, τι καλά που σε ξαναβλέπω! Και σου έχω μια ετοιμάσει μια έκπληξη», είπε ο παππούς Λιονέλ, παίρνοντας τη μικρή Ζεραλντίν αγκαλιά. Μια μεγάλη αγκαλιά που την έκανε να αισθάνεται σαν ένα φύλλο, που ταξιδεύει στον άνεμο.



